Θεραπεία του άσθματος

Η θεραπεία του άσθματος στους ενήλικες μπορεί να δοθεί μέσω διαφορετικών οδών, με εισπνοές, από το στόμα και με ενέσεις. Η θεραπεία του άσθματος μπορεί γενικά να χωρισθεί σε δύο κατηγορίες: τη θεραπεία ελέγχου της νόσου και τη θεραπεία των παροξυσμών.

Θεραπεία ελέγχου

Εισπνεόμενα κορτικοειδή

Τα εισπνεόμενα κορτικοειδή αποτελούν αυτή τη στιγμή την πιο σημαντική αντιφλεγμονώδη θεραπεία για το άσθμα. Είναι δραστικά στη μείωση των συμπτωμάτων, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, στη βελτίωση της λειτουργίας των πνευμόνων, στη μείωση της συχνότητας αλλά και της βαρύτητας των ασθματικών παροξυσμών και στη μείωση της θνητότητας της νόσου. Όταν σταματά η χορήγησή τους τα συμπτώματα του άσθματος επανεμφανίζονται. Οι συστηματικές παρενέργειες των εισπνεόμενων κορτικοειδών, όπως οστεοπόρωση, καταρράκτης, γλαύκωμα, είναι εξαιρετικά σπάνιες στις χαμηλές ή μέτριες δόσεις οι οποίες χρειάζονται για την αντιμετώπιση των περισσότερων περιπτώσεων άσθματος. Οι τοπικές παρενέργειες είναι συχνότερες και περιλαμβάνουν βράχνιασμα στη φωνή και μυκητίαση του στοματοφάρυγγα. Αυτές οι τελευταίες αποφεύγονται με το καλό ξέβγαλμα του στόματος μετά τη χρήση των φαρμάκων.

Μακράς δράσης β2 διεγέρτες

Οι μακράς δράσεως β2 διεγέρτες χορηγούνται σε εισπνοές. Είναι ισχυρά βρογχοδιασταλτικά φάρμακα που δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιούνται μόνα τους στην θεραπεία του άσθματος. Παρουσιάζουν ισχυρότερη δράση όταν συνδυάζονται με εισπνεόμενα κορτικοειδή και αυτός ο συνδυασμός είναι η προτιμώμενη θεραπεία για το άσθμα όταν τα εισπνεόμενα κορτικοειδή από μόνα τους, σε μέτρια δόση, αδυνατούν να ελέγξουν τη νόσο.Οι μακράς δράσεως β2 διεγέρτες είναι ουσίες γενικά καλά ανεκτές χωρίς σημαντικές παρενέργειες όταν χρησιμοποιούνται στην προτεινόμενη δοσολογία. Σε μεγάλη δόση μπορεί να προκαλέσουν ταχυκαρδία και τρέμουλο. Η χρήση του φαρμάκων αυτών πρέπει να γίνεται μόνο σε συνδυασμό με εισπνεόμενα κορτικοειδή γιατί αλλιώς αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών από το ίδιο το άσθμα, εφ’ όσον δεν ελέγχεται η αιτία του που όπως είπαμε είναι η φλεγμονή των βρόγχων.

Αντιχολινεργικά

Έχουν ηπιότερη βρογχοδιασταλτική δράση από τους β2 διεγέρτες. Χορηγούνται σε εισπνοές. Χρησιμοποιούνται σε ορισμένους ασθενείς που βρίσκονται υπό θεραπεία συντήρησης και εξακολουθούν και έχουν συμπτώματα. Στις παρενέργειές τους περιλαμβάνεται η ξηρότητα του στόματος και η μεταλλική γεύση.

Ανταγωνιστές λευκοτριενίων

Οι ουσίες αυτές χορηγούνται με τη μορφή χαπιών από το στόμα. Φαίνεται ότι έχουν μια ήπια βρογχοδιασταλτική δράση, μειώνουν τα συμπτώματα (ιδίως το βήχα), βελτιώνουν τη λειτουργία του αναπνευστικού και μειώνουν τους παροξυσμούς. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτική θεραπεία σε ασθενείς με ήπιο εμμένον άσθμα και σε ασθενείς με άσθμα που προκαλείται από μετά από λήψη ασπιρίνης. Χρησιμοποιούνται επίσης ως επιπρόσθετη θεραπεία σε ορισμένους ασθενείς με μέτριο ή και σοβαρό άσθμα που ήδη λαμβάνουν εισπνεόμενα κορτικοειδή. Είναι αρκετά ασφαλή φάρμακα. Δεν έχουν αναφερθεί άξιες λόγου παρενέργειες.

Θεοφυλλίνη

Η θεοφυλλίνη είναι βρογχοδιασταλτικό φάρμακο και όταν χορηγείται σε μικρή δόση έχει ήπιες αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Μια μορφή θεοφυλλίνης που κυκλοφορεί, σε χάπια παρατεταμένης δράσης, φαίνεται να παρουσιάζει κάποιο όφελος ως επιπρόσθετη θεραπεία σε μερικούς ασθενείς που ήδη λαμβάνουν εισπνεόμενα κορτικοειδή χωρίς να βρίσκεται η νόσος τους υπό πλήρη έλεγχο. Οι παρενέργειες της θεοφυλλίνης είναι πολλές όταν αυτή δίνεται σε μεγάλες δόσεις. Όμως η χορήγησή της σε μικρές δόσεις, με τον τρόπο που αναφέρθηκε πριν, είναι ασφαλής.

Ομαλιζουμάμπη

Πρόκειται για μια θεραπεία που στοχεύει μια μικρή μερίδα ασθενών που παρουσιάζουν μέτρια αυξημένη αλλεργική εικόνα (όπως αυτή εκφράζεται από την μέτρηση στο αίμα μιας ουσίας που ονομάζεται «ολική IgE») και πάσχουν από σοβαρό μη ελεγχόμενο άσθμα, παρά τη μέγιστη θεραπεία την οποία λαμβάνουν. Σε αυτούς τους ασθενείς, η χρήση της ομαλιζουμάμπης, η οποία δίδεται σε ενέσιμη μορφή, μειώνει τον αριθμό και τη βαρύτητα των παροξυσμών, την σοβαρότητα των συμπτωμάτων και βελτιώνει την ποιότητα της ζωής τους. Δεν αναφέρονται σημαντικές παρενέργειες του φαρμάκου, εκτός από την πολύ μικρή πιθανότητα ανάπτυξης οξείας αναφυλακτικής αντίδρασης κατά την χορήγησή του.

Συστηματικά κορτικοειδή

Με τον όρο αυτό εννοούμε τη χρήση κορτικοειδών με τη μορφή χαπιών από το στόμα ή ενέσεων. Η χρήση τους είναι εξαιρετικά περιορισμένη λόγω των πολλών παρενεργειών που παρουσιάζουν. Χρησιμοποιούνται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που τα άσθμα δεν μπορεί να ελεγχθεί ικανοποιητικά με οποιαδήποτε άλλη διαθέσιμη θεραπεία. Οι ασθενείς που παρ’ όλα αυτά αναγκάζονται να λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με συστηματικά κορτικοειδή για το άσθμα τους πρέπει να λαμβάνουν επίσης προληπτική θεραπεία για την οστεοπόρωση. Οι συχνότερς παρενέργειες από την μακρόχρονη χρήση συστηματικών κοτρικοειδών είναι η οστεοπόρωση, η αρτηριακή υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων, η παχυσαρκία, ο καταρράκτης, το γλαύκωμα, η λέπτυνση του δέρματος, η μυϊκή αδυναμία και η κατάθλιψη.

Ανοσοθεραπεία έναντι ειδικών αλλεργιογόνων

Ο ρόλος της ειδικής ανοσοθεραπείας στο άσθμα είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Η χρήση ανοσοθεραπείας απαιτεί την ανεύρεση ενός αλλεργιογόνου που αποδεδειγμένα έχει σημαντική κλινική επίδραση στο άσθμα. Αυτό το αλλεργιογόνο χορηγείται κατόπιν σε ολοένα και αυξανόμενες δόσεις με στόχο να αναπτυχθεί ανοχή από τον οργανισμό του ασθενούς. Με τον τρόπο αυτόν μειώνονται τα συμπτώματα της νόσου και βελτιώνεται ελαφρά η ποιότητα ζωής του. Η χρήση ειδικής ανοσοθεραπείας για περισσότερα του ενός αλλεργιογόνα δεν είναι, ούτως ή άλλως, αποτελεσματική. Στις παρενέργειες από την ανοσοθερπαεία περιλαμβάνονται η τοπική αντίδραση από την ένεση και η οξεία αναφυλακτική αντίδραση.

Θεραπεία ανακούφισης

Ταχέως δρώντες β2 διεγέρτες

Οι ταχέως δρώντες β2 διεγέρτες χορηγούνται σε εισπνοές. Ανακουφίζουν από τον σπασμό των βρόγχων κατά τη διάρκεια ενός παροξυσμού άσθματος, αλλά χορηγούνται και ως προληπτική θεραπεία πριν από σωματική κόπωση σε ασθενείς που πάσχουν από άσθμα κατά την άσκηση. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε ανάγκη και στη μικρότερη δυνατή δόση και συχνότητα. Η αυξημένη χρήση τους αποτελεί ένδειξη μη αποτελεσματικής θεραπείας και αναποτελεσματικού ελέγχου του άσθματος. Στις παρενέργειες περιλαμβάνονται ο μυϊκός τρόμος και η ταχυκαρδία σε υψηλές δόσεις.